χιντσίρης
(ουσ. αρσ.)
χ̇ιντσίρης
[xinˈtsiris]
Φάρασ.
Από το παλ. τουρκ. ουσ. hınzır (< αραβ. ḫinzīr) = α) γουρούνι β) πονηρός, άπιστος. Πβ. τους ήδη μεσν. τύπ. χατζίρης και χανζύρισσα = α) υβριστικά, βρωμιάρης, β) άπιστος, τα οπ. απευθείας από το αραβ. ḫinzīr / συριακό ḫazīr (Tietze 2016, λ. hınzir).
1. Γουρούνι, κάπρος
Συνών.
χοιρίδι
Τροποποιήθηκε: 04/08/2026