χινάζ
(επίθ.)
χινάζ
[çiˈnaz]
Μαλακ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. hınaza, όπου και τύπ. hınaz = κακόβουλος, αγενής άνθρωπος.
Μνησίκακος, εκδικητικός
Συνών.
κεν
Τροποποιήθηκε: 09/01/2026