χουβαρνταλούχι
(ουσ. ουδ.)
χουβαρνταλούχ'
[xuvardaˈlux]
Μισθ.
Από το τουρκ. hovardalık = α) σπατάλη για προσωπική ευχαρίστηση β) ασωτία.
Χουβαρνταλίκι, γενναιοδωρία
Μισθ.
Τροποποιήθηκε: 22/08/2026