ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

τουτάχ (ουσ. ουδ.) τουτάχ [tuˈtax] Μισθ., Φλογ. ντουτάχ [duˈtax] Δίλ. Από το τουρκ. ουσ. tutak, όπου και διαλεκτ. τύπ. tutah = α) λαβή, χερούλι β) μασιά γ) αιχμάλωτος δ) ως διαλεκτ. σημ., χειρολαβή αλετριού ε) πάνινη πιάστρα μαγειρικών σκευών (THADS 4, λ. dutah II, dutak II, Turan 2006: λ. tutah, Tietze 2016, λ. dutak/tutak).
Χειρολαβή αλετριού ό.π.τ. Πβ. λάβος
Τροποποιήθηκε: 27/08/2026