κουκουδεύει
(ρ. απρόσ.)
κουκουδεύει
[kukuˈðevi]
Aπό το ουσ. κουκούδι και το παραγωγ. επίθμ. -εύω.
Ρίχνει χαλάζι
Τροποποιήθηκε: 08/09/2026