κουκουλέτα
(ουσ. θηλ.)
κουκουλέτα
[kukuˈleta]
Μαλακ.
Από το τουρκ. ουσ. kukuleta = κουκούλα, δάν. από την ιταλ. (Tietze 2016, λ. kukuleta/kukulete).
Κουκούλα
Τροποποιήθηκε: 15/09/2026