ταβουλτσής
(ουσ. αρσ.)
ταβουλτσ̑ής
[tavulˈtʃis]
Φάρασ.
ταουλτσ̑ής
[taulˈtʃis]
Αφσάρ., Τσουχούρ.
Από το τουρκ. ουσ. davulcu = τυμπανιστής.
Τυμπανιστής, οργανοπαίκτης που παίζει το νταούλι
ό.π.τ.
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025