ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

ταβλί (I) (ουσ. ουδ.) ταβλί [taˈvli] Αξ., Μαλακ., Μισθ., Φάρασ. Πληθ. ταβιλιά [taviˈʎa] Μαλακ., Μισθ. Από το τουρκ. ουσ. davlı = ακατέργαστο δέρμα κομμένο κατά μήκος για την κατασκευή σανδαλιών (Tietze 2016: λ. davlı.)
Λωρίδα κατεργασμένου δέρματος για την κατασκευή τσαρουχιών ό.π.τ. : Βγάλλισ̑καν ταβιλιά (Έκοβαν το κατεργασμένο δέρμα σε λωρίδες) Μισθ. -Κωστ.Μ.
Τροποποιήθηκε: 27/08/2026