ταβλί (II)
(ουσ. ουδ.)
ταβλί
[taˈvli]
Μαλακ.
Πληθ.
ταβιλιά
[taviˈʎa]
Μαλακ.
Από το ουσ. τάβλα και το παραγωγ. επίθμ. -ί.
Περιποιημένος αγρός κοντά στην πόλη
Μαλακ.
Τροποποιήθηκε: 27/08/2026