φυλαχτήρι
(ουσ. ουδ.)
φυλαχτήρ'
[filaˈxtir]
Ποτάμ.
Aπό το αρχ. ουσ. φυλακτήριον.
Φυλαχτό
Συνών.
τιλισίμι :3
Τροποποιήθηκε: 15/10/2025