σομπέκ
(ουσ. ουδ.)
σ̑ομπέκ
[ʃoˈbek]
Ανακ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. söbek = άξονας γύρω από τον οπ. περιστρέφεται η μυλόπετρα β) σιδερένιο ή ξύλινο καρφί που χώνεται ανάμεσα στις μυλόπετρες (THADS, λ. söbek Ι).
Μικρό σανίδι που χώνεται ανάμεσα στις μυλόπετρες, ώστε οι μυλόπετρες να μην εφάπτονται και να διευκολύνεται το άλεσμα
Συνών.
χελώνα :3
Τροποποιήθηκε: 27/08/2026