ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

σορβαλού (επίθ.) σ̑ορβαλού [ʃorvaˈlu] Αξ. Από το τουρκ. επίθ. çorbalı = σχετικός με σούπα. Για τον τύπ. πβ. τουρκ. ουσ. çorba = σούπα, όπου και διαλεκτ. τύπ. şorba και şorva.
Νερόβραστη σούπα Συνών. γιαβάνι
Τροποποιήθηκε: 17/01/2026