σοτράω
(ρ.)
σ̑οτράω
[ʃοˈtrao]
Φάρασ.
σ̑οdράω
[ʃοˈdrao]
Φάρασ.
Παρατατ.
σ̑οτράνκα
[ʃoˈtranka]
Κίσκ.
Αόρ.
σ̑ότρησα
[ʹʃotrisa]
Τσουχούρ.
Από το ουσ. σότρι, όπου και τύπ. σ̑ότρι και σ̑όdρι.
1. Aμτβ., εκρέω, εκχύνομαι, ρέω
ό.π.τ.
:
'ς σ̑οτρήσει τόιμα
(Ας χυθεί το αίμα)
Φάρασ.
-Dawk.Boy
Σ̑ότρησαν τα σέλα μας
(Έτρεξαν τα σάλια μας)
Τσουχούρ.
-ΑΠΥ-Bağr.
|| Παροιμ.
'σ' ζ' μάνας μου το μουνί σ̑οτρά μέλ’ ότιζ έρτσ̑εται, τσ̑αλντεί α λαχτύλ’
(Από της μάνας μου το αιδοίο τρέχει μέλι· όποιος έρχεται, βάζει ένα δάχτυλο˙ όλοι εκμεταλλεύονται έναν καλόβουλο άνθρωπο)
Φάρασ.
-Λουκ.Λουκ.
Το ποτάμι του σ̑οτρά' ’μbρό, 'ξοπίσου τζ̑ο 'υρίζεται
(Το ποτάμι που χύνεται μπροστά, πίσω δεν γυρίζει˙ για πράξεις ή γεγονότα που έχουν γίνει και είναι αδύνατον να ακυρωθούν ή να αλλάξουν αποτέλεσμα)
Φάρασ.
-Λουκ.Λουκ.
Συνών.
αχτίζω :1, σουζουλτίζω :2
2. Μτβ., χύνω
ό.π.τ.
:
Σ̑οτράω το νερό
(Χύνω το νερό)
Φάρασ.
-Ανδρ.
Συνών.
αχτίζω :3, αχτιρτίζω, ευκαιρώνω :2
Τροποποιήθηκε: 18/06/2025