ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κάβι (ουσ. ουδ.) κάβ' [kav] Αξ. qάβ' [qav] Φλογ. γάβ' [ɣav] Μισθ. Από το τουρκ. ουσ. kav= ήσκα.
1. Ήσκα Αξ., Φλογ.
2. Φιτίλι από ύφασμα εμποτισμένο με εύφλεκτη φυτική ουσία Μισθ.
Τροποποιήθηκε: 08/09/2026