καβγαλής
(επίθ.)
γαβγάλ’
[ɣaˈvɣal]
Φερτάκ.
Από το τουρκ. επίθ. kavgalı = α) μαλωμένος β) εριστικός.
Τροποποιήθηκε: 01/01/2026