καβγαλής
(επίθ.)
γαβγάλ’
[ɣaˈvɣal]
Φερτάκ.
Από το τουρκ. επίθ. kavgalı = α) μαλωμένος β) εριστικός.
Μαλωμένος
:
Ογώ μετ' εκείνο γαβγαλή 'μαι
(Εγώ είμαι μαλωμένος μ' εκείνον)
Φερτάκ.
-Thumb
Συνών.
μαρκαλώνω :1, φουμίζω :1
Τροποποιήθηκε: 31/07/2025