κατακάτω
(επίρρ.)
κατακάτω
[kataˈkato]
Γούρδ.
Από το πρόθμ. κατά- και το το επίρρ. κάτω.
Πολύ κάτω, στο κατώτατο σημείο
Γούρδ.
Τροποποιήθηκε: 26/12/2025