καταής
(επίρρ.)
καταής
[kataˈis]
Αραβ., Σίλατ., Σινασσ.
Από την αρχ. φρ. κατὰ γῆς.
2. Υπόγειος
Σίλατ.
Τροποποιήθηκε: 23/05/2025