ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

καταθαλώνα (ουσ. θηλ.) καταθαλώνα [kataθaˈlona] Φάρασ. Ουδ. καταθαλώνι [kataθaˈloni] Φάρασ. Από αμάρτ. καταλιθαρώνας, το οπ. από το πρόθμ. κατά- και το ουσ. λιθάρι, όπου και τύπ. θάλι, και παραγωγ. επίθμ. -ώνα. Ο τύπ. καταθαλώνι από τον τύπ. καταθαλώνα με παραγωγ. επίθμ. .
Ως χαρακτηρισμός τόπου, πετρώδης, γεμάτος πέτρες : Η στράτα ήτουνε πολύν γκαταθαλώνα (Ο δρόμος ήταν πολύ πετρώδης) Φάρασ. -Ανδρ. Ένι ο τσ̑ιπ ο τόπος καταθαλώνι· τα θάλε είνdαι βένετα τσ̑ιπ τα κάχε, τα ρουσ̑ία είνdαι βένετα (Είναι όλος ο τόπος πετρώδης· τα βράχια είναι μπλε σε όλες τις μεριές, τα βουνά είναι μπλε) Φάρασ. -ΚΜΣ-ΚΠ345Α Συνών. καγιαδιώνας, τασλούς
Τροποποιήθηκε: 26/12/2025