κατακόφτω
(ρ.)
κατακόφτω
[kataˈkοfto]
Φάρασ.
Παρατατ.
κατακόφτινκα
[kataˈkoftiŋka]
Φάρασ.
Αόρ.
κατέκοψα
[kaˈtekopsa]
Φάρασ.
Προστ.
κατέκοπ’
[kaˈtekop]
Φάρασ.
Μτχ.
κατακομμένο
[katakoˈmeno]
Φερτάκ.
Από το αρχ. ρ. κατακόπτω = κόβω σε κομμάτια. Η μτχ. κατακομμένο ήδη μεσν., πβ. Πόλ. Τρωάδ. 4711 «Ἐκεῖ νὰ εἶδες καβαλλαρίους, ὅλους κατακομμένους».
1. Κόβω σε κομμάτια, ψιλοκόβω
Φάρασ.
:
Κατακόφτω το κρα̈ς
(ψιλοκόβω το κρέας)
Φάρασ.
-Ανδρ.
Χριστός πήρε τον άρτον τζ' ἔψαλε την ευχή ν'τα πληθύνει, τζαι κατέκοψέν τα τζαι δίγκεν τα τζαι δίνκεν τα τις τζιράχοι
(Ο Χριστός πήρε τον άρτο και είπε την ευχή για να πληθύνει, δηλ. τον ευλόγησε, και τον έκοψε κομμάτια και τα έδωσε στους μαθητές = Ματθ. 26.26 Λαβὼν ὁ Ἰησοῦς τὸν ἄρτον καὶ εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ ἐδίδου τοῖς μαθηταῖς)
Φάρασ.
-Lag.
|| Φρ.
Κρέας τζό 'σ̑εις, το κρομμύδι σο βιλλί μου το κατακόφτεις;
(Κρέας δεν έχεις, το κρεμμύδι στο καυλί μου το ψιλοκόβεις;˙ για όσους τάζουν πράγματα που δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν, υπολογίζοντας να εκμεταλλευτούν άλλους)
Φάρασ.
-Λεβίδ.Παροιμ.
2. Η μτχ. ως επίθ., ο άθλιος
Φερτάκ.
Τροποποιήθηκε: 26/12/2025