ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κατακλείδι (ουσ. ουδ.) κατακλείδι [kataˈkliði] Φάρασ., Φλογ. κατακλείδ' [kataˈklið] Ανακ., Φλογ. κατακλεί [kataˈkli] Αραβαν., Μισθ. κατακιλεί [kataˈcili] Μισθ. κατακλείδα [kataˈkliða] Φλογ. Πληθ. κατακλείγια [kataˈkliʝa] Αξ. Από το μεταγν. ουσ. κατακλείδιον, το οπ. από το ουσ. κατακλείς = σύρτης. Ο τύπ. κατακλει' με αποβολή του [ð] και αποβολή του άτονου [i].
1. Καθεμία από τις ξύλινες εξοχές στο αλέτρι που ρυθμίζουν το μάκρος του σταβαριού ό.π.τ. : Φέρ’ το τζ̑υγολόρ κι ένα κατακλείδα να περάσωμ' σο τζ̑υγολόρ’ (Φέρε το ζυγολούρι και ένα κατακλείδι να περάσουμε στο ζυγολούρι) Φλογ. -ΙΛΝΕ 812
2. Τάκος που στερεώνει τους τροχούς βοϊδάμαξας στον άξονά τους Ανακ.
3. Σύρτης της πόρτας Αραβαν.
Τροποποιήθηκε: 02/01/2026