καταχλούδια
(ουσ. ουδ.)
καταχ'λούδια
[kataˈxluðʝa]
Ανακ.
Πιθ. από αμάρτ. ουσ. καταχειλούδια, το οπ. από το πρόθμ. κατά-, το ουσ. χείλος με παραγωγ. επίθμ. -ούδι.
Είδος γυναικείου παπουτσιού πλατύ στο μπροστινό μέρος του, ενώ το οπίσθιο μέρος του το τσάκιζαν και φαινόταν η φτέρνα
Ανακ.
Τροποποιήθηκε: 02/01/2026