ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

καταχλούδια (ουσ. ουδ.) καταχ'λούδια [kataˈxluðʝa] Ανακ. Πιθ. από αμάρτ. ουσ. καταχειλούδια, το οπ. από το πρόθμ. κατά-, το ουσ. χείλος με παραγωγ. επίθμ. -ούδι.
Είδος γυναικείου παπουτσιού πλατύ στο μπροστινό μέρος του, ενώ το οπίσθιο μέρος του το τσάκιζαν και φαινόταν η φτέρνα Ανακ.
Τροποποιήθηκε: 02/01/2026