κατατάντεμα
(ουσ. ουδ.)
κατατάνdεμα
[kataˈtandema]
Φάρασ.
Από το ρ. καταταντώ και το παραγωγ. επίθμ. -μα.
Τροποποιήθηκε: 02/01/2026