κούρκι
(ουσ. ουδ.)
κ͑ούρκι
[ˈkʰurci]
Φάρασ.
Από το τουρκ. ουσ. kürk = α) γούνα β) γουναρικό.
Τροποποιήθηκε: 07/02/2026