κούρκα
(ουσ. θηλ.)
κούρκα
[ˈkurka]
Αξ., Μισθ.
qούρκα
[ˈqurka]
Μαλακ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. kurka = γαλοπούλα, πβ. και τουρκ. kurk = κλώσσα, απώτερα ηχομιμητ. (Tietze 2016, λ. kurka).
Τροποποιήθηκε: 10/10/2025