κουρατζής
(ουσ. αρσ.)
κουρατζ̑ής
[kuraʹdʒis]
Φάρασ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. küreci = σιδεράς.
Σιδεράς
:
Ο νομάτ'ς ήτουνε κουρατζ̑ής
(Ο άντρας ήτανε σιδεράς)
Φάρασ.
-Dawk.
Συνών.
ντεμιρτζής, σιδεράτης
Τροποποιήθηκε: 31/01/2026