κουραούς
(ουσ. ουδ.)
κουραούς
[kuraˈus]
Ανακ.
Από το τουρκ. ουσ. kırağı (< παλ. τουρκ. kıraġu) = παγωνιά.
Παγωμένη δροσιά, πάχνη
:
Κουραούς έπεσεν σα εκ͑ίνια
(Έπεσε παγωμένη δροσιά στα σπαρτά)
Ανακ.
-Κωστ.Α.
Συνών.
αγιάζι :2, κουρτζίς :2, σερίνι :3
Τροποποιήθηκε: 01/12/2024