κούπαλλαϊ
(επίρρ.)
κούπαλλαϊ
[ˈkupalai]
Μισθ.
κούπαλλα
[ˈkupala]
Αξ., Τροχ.
Από το επίρρ. κούπα και το ουσ. αλλάγι, όπου και τύπ. αλλάι. Πβ. δεξιάλλαϊ.
2. Ανάποδα
Μισθ.
:
Χέκι ντου κούπαλλαϊ τσι έλα τσ̑αού
(Βάλ’ το ανάποδα και έλα εδώ)
Μισθ.
-Κοτσαν.
Συνών.
αβίς, ανακούπα, κούπα :3, ντεβρέδια
Τροποποιήθηκε: 02/06/2026