Κούντουρος
(ουσ. αρσ.)
Κούντουρος
[ˈkunduros]
Τελμ.
Κόντζορος
[ˈkondzoros]
Φάρασ.
Από το μεσν. επίθ. κόντουρος = α) α κολοβός ή με κοντή ουρά β) κοντός, βραχύσωμος. Η λ. και Πόντ. με σημ. 'Φεβρουάριος’ και Κ. Ιταλ. με την σημ. ’μικρόσωμος’. Πβ. και τουρκ. διαλεκ. επίθ. kundur = α) που εχει κοντά μαλλιά β) κοντός, μικρόσωμος γ) που έχει κοντή ουρά, δάν. από την ελλ. (Tzitzilis 1989α: 65).
Τροποποιήθηκε: 14/09/2026