κουντουράς
(ουσ. αρσ.)
κουνdουράς
[kunduˈras]
Σινασσ.
Από το ουσ. κουντούρα και το παραγωγ. επίθμ. -άς.
Παπουτσής
:
Φόραινεν και ένα ζευγάρ' καινούργια παπούτσια που τα έλειψεν ο κουνdουράς μαύρο χαβιάρ' και ποτέ περπάτανεν έφκιαναν τζιζίρ τζιζίρ
(Φορούσε κι ένα ζευγάρι καινούργια παπούτσια που τα άλειψε ο παπουτσής μαύρο χαβιάρι και όταν περπατούσε έτριζαν)
Σινασσ.
-Τακαδόπ.
Συνών.
κουντουρατζής, Πβ.
γεμενιτζής
Τροποποιήθηκε: 01/02/2026