γεμενιτζής
(ουσ. αρσ.)
γεμενιτζ̑ής
[ʝemeniˈdʒis]
Σίλ., Σινασσ.
Από το τουρκ. ουσ. yemenici.
Κατασκευαστής ελαφρών παπουτσιών, δηλ. γεμενιών και μεστίων
Πβ.
κουντουράς, κουντουρατζής
Τροποποιήθηκε: 01/02/2026