ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κουντακλαντίζω (ρ.) κουνdακλανdι̂́ζω [kundaklaˈdɯzo] Σεμέντρ. γουνdαχλαdίζω [ɣundaxla'dɯzo] Αξ., Σίλατ. γουνταχλαdού [ɣundaxlaʹdu] Ουλαγ. Από τον αόρ. του ρ. kundaklamak = φασκιώνω.
Φασκιώνω ό.π.τ. : Γουνdάχ’ γουνdαχλάτ’ζαν ντο (Το φάσκιωναν με φασκιά) Σίλατ. -Νίγδ.-Σταμ. Συνών. φασκιώνω
Τροποποιήθηκε: 01/02/2026