κούμι
(ουσ. ουδ.)
κούμ'
[kum]
Αραβ., Τροχ.
γούμι
[ˈɣumi]
Τσουχούρ., Φάρασ.
γούμ'
[ɣum]
Σίλ.
Από το τουρκ. ουσ. kum = άμμος.
1. Αμμώδης τόπος
Αραβ., Σίλ., Τροχ.
:
Τ’ εμέ το κόμμα ήταν κούμ'
(Το δικό μου χωράφι ήταν αμμώδες)
Τροχ.
-ΚΜΣ-ΚΠ289
Συνών.
αμμουδιάρης :1
2. Άμμος
Φάρασ.
:
Το γούμι ήτουν γαριστουρτισμένου
(Η άμμος ήταν ανακατωμένη)
Τσουχούρ.
-ΑΠΥ-Bağr.
Συνών.
άμμος, αμμουδιά
Τροποποιήθηκε: 22/09/2024