ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κουμασιώνα (ουσ. θηλ.) κουμασ̑ώνα [kumaˈsçona] Μισθ. κιουμασ̑ώνα [cumaˈsçona] Μισθ. κ͑ουμεσ̑ώνα [kʰumeˈsçona] Μισθ. Από το ουσ. κουμάσι (ΙΙ), όπου και τύπ. κιουμάσα, και το παραγωγ. επίθμ. -ώνας.
Κοτέτσι : Έφ'χι, σέμη 'ς κουμασ̑ώνα (Έφυγε, μπήκε στο κοτέτσι) Μισθ. -ΑΠΥ-ΕΝΔ Συνών. κουμάσι :1, ορνιθιά, ορνιθιώνας, πινελίκι
Τροποποιήθηκε: 01/07/2025