τσουλούκι
(ουσ. ουδ.)
τσουλούκ'
[ tsuˈluk]
Σινασσ.
τσουλούχ'
[ tsuˈlux]
Τροχ.
τζουλούχ'
[ dzuˈlux]
Τροχ., Φλογ.
γκιουλούχ
[ ɟuˈlux]
Τροχ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. çuluk και culuk = γαλοπούλα.
Τροποποιήθηκε: 10/10/2025