τσουλχαλούχι
(ουσ. ουδ.)
τσ̑ουλφαλούχ̇ι
[tʃulfaˈluxi]
Φάρασ.
τσουρφαλίχι
[tsurfaʹlixi]
Τσουχούρ.
Aπό το τουρκ. ουσ. çulhalık = υφαντική τέχνη, όπου και διαλεκτ. τύπ. çulfalık çurfalık.
Aργαλειός
ό.π.τ.
:
Υφαναίνου σου τσουρφαλίχι
(Υφαίνω στον αργαλειό)
Τσουχούρ.
-ΑΠΥ-Bağr.
Συνών.
ιστάρι, χώστρα :3, τεζκάχι :1
Τροποποιήθηκε: 29/10/2025