τσουρίζω
(ρ.)
τσουρίζω
[tsuˈrizo]
Σατ.
Αόρ.
τσούριξα
[ˈtsuˈriksa]
Σατ.
Από το μεταγν. ρ. σειριάω = καψαλίζω.
Καψαλίζω, τσουρουφλίζω
Σατ.
:
Τσούριξεν τα τσάρε του πήριν στο πρωτινό τ’ άβγο τζ̑αι στο δεύτερο άβγο τζ̑αι 'ς το τρίτο άβγο
(Τσουρούφλισε τις τρίχες που πήρε από το πρώτο και δεύτερο και το τρίτο άλογο)
Σατ.
-Παπαδ.
Συνών.
πυροκαίω
Τροποποιήθηκε: 28/08/2026