τσούρα
(ουσ. θηλ.)
τσούρα
[ˈtsura]
Ανακ., Σινασσ.
Πληθ.
τσούρες
[ˈtsures]
Ανακ., Σινασσ.
Μεσν. ουσ. τσίρος.
Τσίρος, αποξηραμένο ψάρι, συνήθως σκουμπρί
ό.π.τ.
Τροποποιήθηκε: 30/07/2026