ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κουτρίζω (ρ.) κουτουρίζω [kutuʹrizo] Μαλακ. κουτρίνω [kutˈrino] Σινασσ. Από το νεότ. ρ. κουτρίζω και κουτρῶ = κουτουλώ (Λεξ. Σομ.). Πβ. το κοινό σε πολλά ν.ε. ιδιώμ. σκουντρώ. Ο τύπ. κουτρίνω πιθ. από τον παρατατ. κουτρῶ-κούτρεινα.
Τσουγγρίζω τα αβγά του Πάσχα ό.π.τ. : Παιρπαίνιαμ σην εκκλησιά ένα αβγό και φέρνιαμ' το σο σπίτ', κουτούριζαμ' το, τσάκουναμ' το, τρώισκαμ' το (Πηγαίναμε στην εκκλησία ένα αβγό και το φέρναμε στο σπίτ, το τσουγκρίζαμε, το σπάγαμε, το τρώγαμε) Μαλακ. -ΚΜΣ-ΚΠ176
Τροποποιήθηκε: 22/11/2025