κουτνουνώνα
(επίθ.)
γουτνουνώνα
[ɣutnuˈnona]
Φάρασ.
Από το ουσ. κουτνί, όπου και τύπ. γουτνί, και το παραγωγ. επίθμ. -ώνας.
Τροποποιήθηκε: 10/02/2026