κουτσόκκο
(ουσ. ουδ.)
κουτσ̑όκ-κο
[kuˈtʃokko]
Φάρασ.
κουτζόκ-κου
[kuˈdzokku]
Φάρασ.
Από το ουσ. κούτσι (ΙΙ) και το παραγωγ. επίθμ. -όκκο.
Σκυλάκι
:
Πάρετέ τα, μοιραστείτε τα, τσ̑' αφέτε το κουτσ̑όκ-κο
(Πάρτε τα, μοιραστείτε τα, κι αφήστε (ήσυχο) το σκυλάκι)
Φάρασ.
-ΚΜΣ-Θεοδ.
Κόψετε του κουτζόκ-κου το τζουφάλι
(Κόψτε το κεφάλι του σκυλακίου)
Φάρασ.
-Dawk.Boy
Συνών.
ανίκι, κουλάκι :1, κουτίκα :1, σκυλόπο, ταζί
Τροποποιήθηκε: 01/09/2026