αλυκούτσικος
(επίθ.)
αλυκούσκο
[aliˈkusko]
Φάρασ.
Από το επίθ. αλυκός και το υποκορ. επίθμ. -ούτσικος, όπου και τύπ. -ούσκο.
Πβ.
αλυκός
Αλμυρούτσικος
:
Αλυσκούσκον τζουβαΐδι
(Αλμυρούτσικο ρέμα, ρυάκι της περιοχής των Φαράσων)
Φάρασ.
-Θεοδ.Τοπων.
Τροποποιήθηκε: 24/01/2026