ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

αλυκώνω (ρ.) 'λυκώνω [liʹkono] Φάρασ. Αόρ. 'λύκωσα [ʹlikosa] Φάρασ. Από το επίθ. αλυκός και το παραγωγ. επίθμ. -ώνω. Η λ. και Πόντ.
Γίνομαι αλμυρός : Κόντ'σες πολύ ας τζ̑αι 'λύκωσε (Έρριξες πολύ αλάτι και αρμύρισε) Φάρασ. -ΚΜΣ-ΚΠ344Β
Τροποποιήθηκε: 21/02/2026