αλυκώνω
(ρ.)
'λυκώνω
[liʹkono]
Φάρασ.
Αόρ.
'λύκωσα
[ʹlikosa]
Φάρασ.
Από το επίθ. αλυκός και το παραγωγ. επίθμ. -ώνω. Η λ. και Πόντ.
Γίνομαι αλμυρός
:
Κόντ'σες πολύ ας τζ̑αι 'λύκωσε
(Έρριξες πολύ αλάτι και αρμύρισε)
Φάρασ.
-ΚΜΣ-ΚΠ344Β
Τροποποιήθηκε: 21/02/2026