μελεφές
(ουσ. αρσ.)
μα̈λα̈φα̈́ς
[mælæˈfæs]
Φάρασ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. melefe = α) κάλυμμα παπλώματος β) μαξιλαροθήκη γ) κουβέρτα ή πάπλωμα (ΤΤΑS)· εσφαλμένη η ετυμολόγηση από τουρκ. melefas (Αναστασιάδης 1980).
Κάλυμμα παπλώματος
Φάρασ.
Τροποποιήθηκε: 10/03/2026