μέλα
(ουσ. θηλ.)
μέλα
[ˈmela]
Μαλακ., Σινασσ.
Αγν. ετύμ. Η λ. με την ίδια σημ. και τύπ. σμίλα σε πολλά ν.ε. ιδιώμ. (Βιθυν., Θράκ., Ίμβρ., αρχείο ΙΛΝΕ). Πιθ. σχετίζεται με το φυτων. μέλα (< μεταγν. μῖλος / σμῖλος, LSJ), Τάξος η ραγοφόρος (Taxus baccata), παρασιτικό φυτό των ελάτων με καρπούς όμοιους με μικρές άσπρες ρώγες γεμάτες κολλώδη ουσία.
Πιτυρίδα των μαλλιών
ό.π.τ.
Τροποποιήθηκε: 13/07/2026