μεϊχανέ
(ουσ. αρσ.)
μεϊχανέ
[meixaˈne]
Αξ., Φάρασ.
Από το τουρκ. ουσ. meyhane = α) ταβέρνα β) πανδοχείο. Πβ. ποντ. μεϊχανά.
Ταβέρνα
ό.π.τ.
:
Πηάγανε σο μεϊχανέ, πότ'σεν ντα ιραχί· μέτ'σε
(Πήγανε στην ταβέρνα, τον πότησε ρακί· μέθυσε)
Φάρασ.
-Dawk.
Συνών.
λοκάντα
Τροποποιήθηκε: 15/09/2026