ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

μεϊχανέ (ουσ. αρσ.) μεϊχανέ [meixaˈne] Αξ., Φάρασ. Από το τουρκ. ουσ. meyhane = α) ταβέρνα β) πανδοχείο. Πβ. ποντ. μεϊχανά.
Ταβέρνα ό.π.τ. : Πηάγανε σο μεϊχανέ, πότ'σεν ντα ιραχί· μέτ'σε (Πήγανε στην ταβέρνα, τον πότησε ρακί· μέθυσε) Φάρασ. -Dawk. Συνών. λοκάντα
Τροποποιήθηκε: 15/09/2026