παζαρλίκι ( ουσ. ουδ.
)
παζαρλιέχ̇ι
[pazarliˈexi]
Φάρασ.
Πληθ.
παζαρλι̂́χ̇ια
[pazarˈlɯxia]
Φλογ.
...
παζάρμπασης
(ουσ. αρσ.)
μπαζάρμπασης
[baˈzarbasis]
Σινασσ.
Από το παλ. τουρκ. ουσ. pazarbaşı = φύλακας του παζαριού, αυτός που δίνει εντολές στην αγορά (Redhouse).
Χαρακτηρισμός ανθρώπου που υπερηφανεύεται
Τροποποιήθηκε: 20/03/2026