μπαχτσεβάνος
(ουσ. αρσ.)
μπαχτσεβάνους
[baxtseˈvanus]
Μισθ.
Από το τουρκ. (< περσ.) ουσ. bahçıvan, όπου και παλαιότ. τύπ. bağçevān = κηπουρός ή περιβολάρης. Η λ. ήδη νεότ. με τύπ. μπαχτσεβάνης.
Κηπουρός ή περιβολάρης
Τροποποιήθηκε: 20/04/2026