σαχπαζλίχι
(ουσ. ουδ.)
σ̑αχπαζλίχ̇ι
[ʃaxpazˈlixi]
Αφσάρ.
σ̑αχπαζλι-έχ̇ι
[ʃaxpazliˈexi]
Φάρασ.
Από το τουρκ. ουσ. şahbazlık = βιασύνη.
Βιασύνη, γρηγοράδα
Συνών.
ταβράνισμα
Τροποποιήθηκε: 17/01/2026