ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

γιορτάζω (ρ.) γιορτάζου [ʝorʹtazu] Μισθ. ορτάζω [orʹtazo] Φάρασ. Από το αρχ. ρ. ἑορτάζω.
Γιορτάζω, έχω την ονομαστική μου εορτή ό.π.τ. : Σάbαχτα γιορτάζου (Aύριο γιορτάζω) Μισθ. -Κοτσαν. Πουγα χρόνες σα ορτάζουν αδά μέρα (Χρόνια πολλά σε όσους γιορτάζουν αυτή την ημέρα) Τσουχούρ. -ΑΠΥ-Bağr.
Τροποποιήθηκε: 21/12/2025