γιορτάζω
(ρ.)
γιορτάζου
[ʝorʹtazu]
Μισθ.
ορτάζω
[orʹtazo]
Φάρασ.
Από το αρχ. ρ. ἑορτάζω.
Γιορτάζω, έχω την ονομαστική μου εορτή
ό.π.τ.
:
Σάbαχτα γιορτάζου
(Aύριο γιορτάζω)
Μισθ.
-Κοτσαν.
Πουγα χρόνες σα ορτάζουν αδά μέρα
(Χρόνια πολλά σε όσους γιορτάζουν αυτή την ημέρα)
Τσουχούρ.
-ΑΠΥ-Bağr.
Τροποποιήθηκε: 21/12/2025