γιορουλντίζω
(ρ.)
γιορουλντίζω
[ʝorulˈdizo]
Τσαρικ., Φλογ.
γιορουλτίζω
[ʝorulˈtizo]
Μαλακ.
γιορουλντίζου
[ʝorulˈdizu]
Μισθ.
γιορουλντούζω
[ʝorulˈduzo]
Αραβαν.
γιορουλντώ
[ʝorulˈdo]
Φλογ.
γιορουλντού
[ʝorulˈdu]
Ουλαγ.
γιορουλντώ
[ʝorulˈdo]
Τροχ.
γιουρουλντώ
[ʝurulˈdo]
Αξ.
γιουρουdώ
[ʝuruˈdo]
Αξ.
Παρατατ.
γιουρούλντεινα
[ʝuˈruldina]
Αξ.
γιουρούλd'ζα
[ʝuˈruldza]
Αξ.
Αόρ.
γιορούλτ'σ̑α
[ʝoˈrultʃa]
Αξ., Μισθ., Τροχ.
γιουρούτ'σα
[ʝuˈrutsa]
Αξ.
Προστ.
γιορούλντα
[ʝoˈrulda]
Τροχ.
Παθ. Μτχ.
γιορουλντημένου
[ʝoruldiˈmenu]
Μισθ.
γιορουλντημένο
[ʝoruldiˈmeno]
Τροχ.
Από το τουρκ. ρ. yorulmak = α) κουράζομαι β) ξεθωριάζω
1. Κουράζομαι
ό.π.τ.
:
Γιορούλντ’σα και «Οφ» είπα
(Κουράστηκα και είπα: «Ούφ»)
Φλογ.
-ΚΜΣ-CD
Τσιφτσής ντου μουχώπουρου αψά γιορουλντίζ’
(Ο αγρότης το φθινόπωρο κουράζεται γρήγορα )
Μισθ.
-Κοτσαν.
Μποσουνά με γιορουλντάτ'
(Άδικα μην κουράζεστε)
Ουλαγ.
-Κεσ.
Σ̑άν' το γιορουλντημένο
(Παριστάνει τον κουρασμένο)
Τροχ.
-ΙΛΝΕ 1555
|| Ασμ.
Πήα, πήα, γιορούλτ'σα, στράδα μακριά.
Γιορούλτ'σαν τα γόνατά μ', κακίτσα μ' ((Πήγα, πήγα, κουράστηκα, δρόμο μακρύ.
Κουράστηκαν τα γόνατά μου, γιαγιάκα μου)
(γαμήλιο άσμ.)) Μισθ. -Κωστ.Μ. Συνών. πεστανίσκω, Αντίθ αναπαύω :2, ντιγκλεντίζω, ραχατλαντίζω
Γιορούλτ'σαν τα γόνατά μ', κακίτσα μ' ((Πήγα, πήγα, κουράστηκα, δρόμο μακρύ.
Κουράστηκαν τα γόνατά μου, γιαγιάκα μου)
(γαμήλιο άσμ.)) Μισθ. -Κωστ.Μ. Συνών. πεστανίσκω, Αντίθ αναπαύω :2, ντιγκλεντίζω, ραχατλαντίζω
2. Απομακρύνομαι εντελώς από κάπου
Τροχ.
:
Γιορούλντα απι'ά!
(Φύγε, εξαφανίσου αποδώ!)
Τροχ.
-ΙΛΝΕ 1555
Συνών.
αστιέω :2, Αντίθ
φαίνομαι :1
Τροποποιήθηκε: 22/07/2025